ΜΑΥΡΟΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΑ

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΦΩΤΩΝ ΣΤΟΝ ΕΥΞΕΙΝΟ ΠΟΝΤΟ


Αρχή φόρμας
(Σαμψούντα 1903. Λιτανεία Χριστουγεννων. Προφανώς πρόκειται για τον Καθολικό εορτασμό της ημέρας, κρίνοντας από τα ενδύματα των συνοδών των εικόνων)
Τέλος φόρμας

Ε Θ Ι Μ Α  Τ Ο Υ  Χ Ε Ι Μ Ω Ν Α - Χ Ε Ι Μ Ω Γ Κ Ο Σ & Κ Α Λ Α Ν Τ Ο Φ Ω Τ Α
Από την Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια

Ο Χειµώνας που σε διάφορα µέρη τοu Πόντου λέγεται ο Χειµός ή Χειµωγκός περιλαμβάνει τους µήνες Δεκέµβριο = Χριστιαννάρτς, Ι α ν ο υ ά ρ ι ο=Κ α λ α ν τ ά ρ τ ς , Φεβρουάριο = Κούντουρο. Στον Πόντο ο χειµώνας ήταν πολύ βαρύς, σταµατούσαν οι εξωτερικές δουλειές, γύριζαν οι ξενιτεµένοι. Τα βράδια συνήθως τα περνούσαν σε σπίτια, κάνοντας τα νυχτέρια ή βέγγερες, που στον Πόντο λεγόντουσαν Παρακάθια. 

Μα πιο πολύ περίµεναν τα Καλαντόφωτα για να κάνουν τα διάφορα µυστήρια, βαφτίσια, αρραβώνες,γάµους και άλλες γιορτές, γιατί τότε ήσαν όλοι µαζεμένοι στο χωριό και ερχόντουσαν οι ξενιτεµένοι.  Καλαντόφωτ  οι πρόγονοι µας έλεγαν τις γιορτές από τα Χριστούγεννα µέχρι την ηµέρα των Φώτων, ή και Δωδεκαήµερο.  Με µεγάλη χαρά θα ετοιµαζόντουσαν να δεχτούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Την Παραµονή των Χριστουγέννων σταµατούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και θα συµπλήρωναν τις ετοιµασίες για τη µεγάλη γιορτή. Και τραγουδούσαν:
«Τα Χριστούγεννα όλοι φορούν τα γιορτινά τους και σφάζουν τα κοκόρια».
Τη Χριστού όλ'  αναλλάζνε και τα πετεινάρια σπάζιε. 

Τη µέρα αυτή θα έβαζαν στο τζάκι το Χριστό κουρ', που ήταν αλλού από µηλιά αλλού από αχλαδιά, αυτό ήταν ένα κούτσουρο κοµµένο ειδικά για τα Χριστούγεννα και θα άναβε στο τζάκι συνέχεια και τις τρεις µέρες των Χριστουγέννων, που τις έλεγαν, τα Χριστουήµερα.

 Την Παραµονή το απόγευµα τα παιδιά θα έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκύρηδες θα τα φίλευαν µε διάφορα καλούδια (δώρα).  Τα χαράµατα θα χτύπαγε η καµπάνα και θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία.  Η απόλυση γινότανε µε την ανατολή του ήλιου και η ηµέρα ήταν αφιερωµένη στους ανθρώπους του σπιτιού, στην οικογένεια. 

Όσο για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στον Πόντο και µάλιστα στην Αργυρούπολη και στα περίχωρα της, αλλά και αλλού, από την Παραµονή των Χριστουγέννων κρεµούσαν στο εικονοστάσι σταυρωτά κλαδιά φουντουκιάς ή καρυδιάς ή µόνο καρπούς. Αλλού το δέντρο ήταν από πεύκο ή έλατο και το στόλιζαν εκτός από νωπούς καρπούς και µε κλαδάκια ελιάς στα φύλλα της οποίας σφήνωναν«λεφτοκάρι» = φουντουκια. Αλλού έβαζαν «τσιµσίρ» = πυξάρι (είναι αειθαλής θάµνος). 

Και ερχόταν ο Ιανουάριος =  Καλαντάρτς, θα έκαναν πάλι τις ίδιες ετοιµασιες, όπως την Παραµονή των Χριστουγέννων. Στο τζάκι τώρα θα έβαζαν ένα κούτσουρο, ειδικά κοµµένο γι' αυτή τη µέρα, που το έλεγαν το Καλαντοκούρ' που ήταν ή από µηλιά ή αχλαδιά (ανάλογα µετο χωριό).  Στον Πόντο το γεναριάτικο κρύο ήταν τσουχτερό, αυτό όµως δεν εµπόδιζε τις νοικοκυρές να σφουγγάρισουν, να ασπρίσουν τα σπίτια τους και τους ανύπαντρους να σκέπτονται τον έρωτα, αψηφώντας το κρύο.
«Ασ' ση Χριστού ους τα κάλαντα,  σιλεύ'νε και λουκίζ'νε κ΄οι πεκιάρ' κρύον ‘κι τερούν, τοσεβταλούκ νουνίζ'νε».

Τ ο Γ ε ν ά ρ η  γινόντουσαν οι περισσότεροι γάµοι, γιατί τότε γύριζαν οι νέοι από την ξενιτιά και παράγγελναν στις αγαπηµένες τους να τους περιµένουν,
Καλαντάρτς και νέον' έτος / κόρ' θα παίρωσε οφέτος. 

Και τώρα όπως και τα Χριστούγεννα τα παιδιά θα γύριζαν στα σπίτια και θα έλεγαν τα κάλαντα. (Τα κάλαντα τα έλεγαν και οι µεγάλοι, αλλά τα έσοδα τα έδιναν για τη λειτουργία των Σχολείων).  Σε µερικά χωριά την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά καβαλώντας κλαδιά απόµηλιά,έµπαιναν θριαµβευτικά στο σπίτι φωνάζοντας
«Χριστούγεννα και κάλαντα  και Φώτα και καλός καιρός και καλοχρονία και καλοκαρπία και να ζουν ο πατέρας και η µητέρα και όλοι οι σπιτιανοί» και ο νοικοκύρης τους έδινε φιλοδώρηµα.

Αλλού ευχόντουσαν στο νοικοκύρη να αποκτήσει αρσενικά παιδιά και θηλυκά µοσχάρια.  Στο Μεσοχάλδιο την Παραµονή τα παιδιά λέγοντας τα κάλαντα κρατούσαν στα χέρια τους από ένα µήλο ή πορτοκάλι, πάνω στο οποίο οι άνδρες κάρφωναν ένα νόµισµα, καθώς τα πρότειναν εκείνα έλεγαν:
«Κάλαντα και καλός καιρός, τα πάντα και του χρόνου».

Στην Τραπεζούντα τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας πολύχρωµα φ α ν ά ρ ι α , τα συµβολικά χαρτοκάραβα και έψελναν
 «Αρχήµηνιά, κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός µας χρόνος».

Σε άλλα µέρη την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'»  σκορπίζοντας δηλαδή διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι και λέγοντας:
«Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά,  αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και  τα καλοσύνας».

Επίσης γυναίκες πήγαιναν δώρα στη βρύση του χωριού ή στο ποτάµι για να πάρουν  το καλαντόνερο.  Πήγαιναν και γύριζαν αµίλητες και µε αυτό ράντιζαν το σπίτι και έπιναν και λίγο, για να έρθει η ευλογία στο σπίτι . Την παραµονή το βράδυ της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια ήταν συγκεντρωµένα όλα τα µέλη της οικογένειας ή και συγγενικά ή και φιλικά πρόσωπα. Το τραπέζι το έστρωνε η νύφη, κι αν δεν υπήρχε,  η πρωτοκόρη και ο αρχηγός της οικογένειας έδινε φιλοδώρηµα. 

Τα µεσάνυχτα ο αρχηγός της οικογένειας έπαιρνε καρύδια, αλλού φουντούκια και ρίχνοντας στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού έλεγε: «Ευτυχισµένο το Νέο Έτος!  Εδέβεν η κακοχρονία και έρθεν η καλοχρονία».  Στη συνέχεια έκοβε την πίτα που είχε µέσα ένα νόµισµα, αφού τη σταύρωνε τρεις φορές µε το µαχαίρι,  το πρώτο κοµµάτι το αφιέρωνε στον πολιούχο Άγιο της ενορίας και το έβαζε στο εικονοστάσι.  Αλλού έλεγαν:  «Κάλαντα καλός καιρός, τα πάντα και του χρόνου».  Το τραπέζι µετά το δείπνο έπρεπε να µείνει «Κουρεµένον» δηλαδή στρωµένο «ίδια να έλθουν να τρων απ΄εµάς καλλίον που είναι» δηλαδή οι µάγισσες για να µη βλάψουν το σπίτι. Σε άλλα µέρη έβαζαν στη στέγη του σπιτιού ένα δίσκο µε φαγητά για να φάνε οι «µάισσες» «οι απ' εµάς καλοί».

Την 1η Ιανουαρίου όπως και την 1η Σεπτεµβρίου δεν επιτρεπόταν σε κανένα η είσοδος στο σπίτι, προτού µπει ο παπάς για να κάνει αγιασµό.  Αυτές τις µέρες δεν έδιναν φωτιά έξω από το σπίτι, τα κορίτσια ψαλλίδιζαν τις άκρες των µαλλιών τους για να αυξηθούν περισσότερο. Ακόμη πίστευαν ότι την  Πρωτοχρονιά δεν έπρεπε κανείς να κλαίει, γιατί θα έκλαιγε όλη τη χρονιά. 
Ένα άλλο έθιµο, που ήταν πολύ αγαπητό στον Πόντο, συνδεδεµένο µε το Δωδεκαήµερο και ιδιαίτερα µε τηνν Πρωτοχρονιά, ήταν «οι Μωµόγεραι» .Τα Μωµογερα άρχιζαν την Πρωτοχρονιά και παρατείνονταν περιοδικώς µέχρι των Απόκρεω. 

Στη διάρκεια του Δωδεκαηµέρου εκτός από τους  Μ ω µ ό γ ε ρ ο υ ς εµφανίζονταν και τα Πιζήαλα δηλαδή οι καλικάτζαροι.  Και το Δωδεκαήµερο έκλεινε µε τα Φώτα ή Θεοφάνεια, που είναι µια από τις πιο λαµπρές γιορτές της χριστιανοσύνης.  
Στον Πόντο, όταν επρόκειτο να δηλώσουν κάποια γνωστά πράγµατα, τους απαντούσαν:  «Σ' έµπαν είναι τα κάλαντα και σ' εξ (6) τα Φώτα» δηλαδή στην είσοδο του Γενάρη είναι εη Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνεια. Τα ήθη αυτά και τα έθιµα των Ελλήνων του  Πόντου  τα παρατήρησαν και τα µελέτησαν πολλοί επιστήµονες, αποδεικνύονταςέτσι τη συνέχεια της παράδοσης από τα παλιά χρόνια στο Βυζάντιο και από το Βυζάντιο στους Πόντιους.
 
Οι Έλληνες του Πόντου διασκέδαζαν λοιπόν διατηρώντας τα πανάρχαια ήθη και έθιµα των προγόνων µας και πίστευαν πως  « Β ί ο ς ανεόραστος, µακρά οδός απανδόκευτος» Δηλαδή ζωή χωρίς γιορτές είναι µεγάλος δρόµος χωρίς πανδοχείο.


«Ατώρα υίαν και ευλοϊαν και τ' άλλα σ' άλλο µίαν»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου