ΜΑΥΡΟΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένα Σαββίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένα Σαββίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ: Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται.








ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ:
Αυτό που ο Θεός γράφει, δεν ξεγράφεται.
Παρουσιάζει και μεταφράζει, η Λένα Σαββίδου.
Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΔΩ
Το συγκεκριμένο παραμύθι παρουσιάστηκε στην ποντιακή διάλεκτο τον Φεβρουάριο του 1954, μέσα από τα «Χρονικά του Πόντου», που εξέδιδε τότε, ο σύλλογος Ποντίων «Αργοναύτες Κομνηνοί». Πρόκειται για παραμύθι της περιοχής Χαλδίας που το κατέγραψε και το απέδωσε ο Γεώργιος Κανδηλάπτης.
Κάθε φορά που αναγκάζομαι να μεταφράσω κείμενο μας, αισθάνομαι πως το «φτωχαίνω». Προσπαθώ να κρατήσω, όσο αυτό είναι δυνατό, το ύφος, ώστε να μη χαθεί η χροιά της ροής του Ποντιακού λόγου, μα σίγουρα το αυτούσιο στη διάλεκτο του κείμενο, είναι αξεπέραστης αισθητικής. Σε αντιστάθμισμα τούτου του εκ ανάγκης «πταίσματος» όμως, μπορούν τόσο οι νεώτεροι, οι μη γνωρίζοντες την Ποντιακή, μα και οι «αλλέτεροι» να γνωρίσουν τον κόσμο των παραμυθιών μας, πλησιάζοντας εγγυτέρα τον Ποντιακό πολιτισμό.

Έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε γιο «κιαμούλ καί ἀχουλούν», φρόνιμο κι έξυπνο δηλαδή. Ο βασιλιάς χαιρόταν πως όταν πεθάνει θα αφήσει πίσω του διάδοχο «πεδιξασμένον». Στα κάμποσα χρόνια επάνω, ο γιος του βασιλιά παρακάλεσε τον πατέρα του να του δώσει την άδεια να περιδιαβεί στο βασίλειο του πατέρα του και να γνωρίσει τους ανθρώπους του, να δει τα «ἀτέτα» τους, τις συνήθειες τους δηλαδή, να μάθει πολλά πράγματα και να κυβερνήσει κι εκείνος σαν τον πατέρα του όμορφα. Ο πατέρας του, του έδωσε την άδεια και ένα σακούλι με λίρες και τον «ἐπροβόδωσεν».
Το βασιλόπουλο για να μην τον γνωρίσουν φόρεσε «λώματα», ρούχα δηλαδή, χωριάτικα. Κρέμασε στη μέση του ένα σπαθί και βγήκε στο δρόμο. Στις δύο ημέρες επάνω, πήγε  σε μία πολιτεία και είδε πως ένας άνθρωπος έγραφε πάνω σε κομμάτια χαρτιού δυο τρία λόγια και τα πετούσε στη θάλασσα. Τον πλησίασε και τον καλημέρισε. «Καλώς το βασιλόπουλο απάντησε ο γέροντας και ο νεαρός θαύμασε και τον ρώτησε: «πώς γνωρίζεις που είμαι βασιλόπουλο;» -«Εγώ», είπε ο γέρος, «ξέρω του καθενός την τύχη!»
Έβγαλε τότε το βασιλόπουλο και του έδωσε ένα φλουρί κι ο γέροντας του πρόβλεψε: « Σε ένα χωριό που θα πας, θα βρεις ένα εφτάχρονο κορίτσι άρρωστο, που θα την πάρεις για γυναίκα σου».
Ξαναθαύμασε την ικανότητα του γέροντα το βασιλόπουλο και έβαλε στο νου του να πάει να βρει το κορίτσι και να το σκοτώσει, γιατί άρρωστη γυναίκα δεν ήθελε να πάρει. Αφού γύρισε αρκετά χωριά, κάποτε έφτασε μουσαφίρης και στο χωριό που του χε πει ο γέροντας μάντης.
Οι οικοδεσπότες που τον δέχθηκαν στο σπίτι τους ήταν άνθρωποι γελαστοί και φιλόξενοι μα τόσο πολύ φτωχοί που «πεντικός ἀπέσ’ ’ς ὀσπίτ’ν ἀτουν ’κ ἐλευροῦτον», δηλαδή και το ποντίκι νηστικό έμενε στο σπίτι αυτό μιας κι ούτε καν αλεύρι δεν μπορούσε να βρει να φάει. Τους λυπήθηκε το βασιλόπουλο και έβγαλε και τους έδωσε ένα φλουρί κι αυτοί πήγαν κι αγόρασαν «το κάλλος του Θεοῦ» κι έφαγαν και διασκέδασαν.
Εκεί που έτρωγαν ακούσανε μια φωνή: «Μάνα, φέρε μου λίγο νερό». Ρώτησε ο νέος  ποιος τους φώναξε κι εκείνοι του είπαν πως είχαν μια κόρη που βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο και πως ήταν εφτά χρονών και πολύ άρρωστη και δεν πέθαινε να σωθούνε.
Ο νεαρός κατάλαβε αμέσως πως αυτή ήταν η τύχη του, όπως του είχε προβλέψει ο γέρος μάντης κι έβαλε στο νου του να τη σκοτώσει. Και τη νύχτα, όταν κοιμήθηκαν οι γονείς του κοριτσιού σηκώθηκε κρυφά, κοίταξε και είδε πως σε μια κούνια μέσα κοιμάται ένα «μεχλέντς, άρρωστο και νεραξίαν», ένα μικρό άρρωστο σίχαμα δηλαδή και σήκωσε το σπαθί του και το κάρφωσε στου μωρού την κοιλιά. Φοβούμενος τις συνέπειες έφυγε τρέχοντας και ξεχνώντας τα φλουριά του κάτω από το μαξιλάρι του.
Ο Θεός όμως δεν ξέχασε το πλάσμα του και το μαχαίρι «ἐπῆγεν ἐξώφυλλα» -δεν κατόρθωσε να επιφέρει το θάνατο της- και καθώς το κορίτσι είχε στην κοιλιά του μια άσχημη πληγή σύρθηκε κι έτρεξαν από μέσα αίματα και φαρμάκια μαζί και πήρε ανάσα και «ἐκούγιξεν»: «Μάνα έλα, κάτι έπαθα!»
Έτρεξαν οι γονείς της και βρήκαν το μαχαίρι. Τους είπε τότε η κοπέλα πως ένα παλληκάρι το κάρφωσε στην κοιλιά της κι έτσι έτρεξαν έξω τα δηλητήρια κι έγινε καλά.  Κατάλαβαν πως ο μουσαφίρης τους το έκανε κι έτρεξαν στο δωμάτιο του μα εκεί βρήκαν μόνο τα φλουριά.
Με τις λίρες που βρήκαν έχτισαν ένα μεγάλο χώρο φιλοξενίας κι όποιος έφτανε στα μέρη τους πήγαινε στον οντά τους κι έτρωγε κι έπινε και κοιμόταν και τους ευχόταν και μετά έφευγε.  Όλος ο κόσμος άρχισε να το συζητά το καλό που έκαμαν. Ήταν καλό Χριστιανικό που ούτε ο βασιλιάς το έκαμε. Σαν το έμαθε ο βασιλιάς στέλνει στο χωριό το γιο του να δει ποιος ήταν αυτός που έκανε τέτοιο «σοχρέτ», θεοφιλές έργο δηλαδή.
Όταν έφθασε εκεί ο γιος του βασιλιά, είδε μια όμορφη και χιλιέμορφη κοπέλα να κάθεται στο μπαλκόνι και να κεντά ένα μαντήλι. Από την ομορφιά της έλαμπε σαν τον ήλιο και την αγάπησε αμέσως.
Κάθησε λίγες ημέρες στον τόπο εκείνο κι έπειτα γύρισε και ζήτησε από τον πατέρα του να στείλει προξενητάδες και να τον αρραβωνιάσουν με την κοπέλα που αγάπησε. Τι να έκαμε κι ο βασιλιάς; Εκπλήρωσε το χατίρι του γιου του κι έστειλε τον έμπιστο του άνθρωπο και αρραβώνιασε το γιο του με την κοπέλα και στις 40 ημέρες επάνω, έκαμαν και τη «χαρά».
«Ντο καιρόν ντό ἐπαρεθέκαν άτ’ς», όταν βρεθήκαν μόνοι θα λέγαμε σήμερα εμείς, ο νεαρός είδε τη «σύχναν» το σημάδι δηλ του μαχαιριού στης κοπέλας την κοιλιά και την παρακάλεσε να του πει πως έγινε και είχε αυτή τέτοιο σημάδι επάνω της.
Η κοπέλα «σιφτέν ’κ’εθέλεσεν», στην αρχή δεν θέλησε, αλλά μετά τα παρακάλια του, του είπε πως ένας κλέφτης πήγε κι έμεινε κάποτε στο σπίτι τους κι εκείνος τη μαχαίρωσε, αλλά ο θεός τη λυπήθηκε και κακό δεν έπαθε. Μοναχά τα δηλητήρια που την κρατούσαν άρρωστη έτρεξαν έξω κι έτσι έγινε καλά.

Τότε ο νεαρός, έπεσε στα χέρια της και της είπε πως εκείνος έκανε το κακό και «εψαλάφεσεν συγχώρησιν» και έζησαν καλά και ευτυχισμένα και βγήκε και ο λόγος που λέει: «Ὁ Θεός ντό γράφτ’ ’κι’ ἀπογράφκεται».


Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Παραμύθια του Πόντου - Ο γερόν και η γραία. Παρουσιάζει η Λένα Σαββίδου

ΑΡΧΙΚΉ ΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ ΕΔΩ: http://epontos.blogspot.gr/2013/10/paramythia-pontou.html?spref=fb


Τα παραμύθια κάθε λαού μαρτυρούν χιλιάδες πράγματα για την ιδιοσυγκρασία του και για την πορεία του στο χρόνο. Ειπωμένα από τα χείλη της γιαγιάς, στη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας γίνονται δρόμοι που ενώνουν το χθες με το αύριο των λαών, περνώντας μέσα από την ψυχή των παιδιών. Αν κάτι με λυπεί αφάνταστα είναι πως τα σημερινά παιδιά μεγαλώνουν με παραμύθια Δυτικής προέλευσης που πολύ λίγο ομοιάζουν με τα παραδοσιακά μας. Ξέρουμε την Σταχτοπούτα, τη Χιονάτη με τους επτά νάνους, την μικρή μονίμως χαμένη στα δάση Κοσκινοσκουφίτσα, μα έχουμε χάσει το ιδιόρρυθμο Ποντιακό παραμύθι που θα διαμόρφωνε την παιδική ψυχή των γόνων μας, ως Ελληνική και Μαυροθαλασσίτικη παράλληλα, όπως ακριβώς Έλληνες και Μαυροθαλασσίτες υπήρξαν οι παππούδες μας.
Χαμένα μέσα στην σκόνη των βιβλιοθηκών, κιτρινισμένα φύλλα καταγραφών ιστοριών από την πρώτη γενιά κείτονται ξεχασμένα μέχρι τη στιγμή που θα τα ανακαλύψουμε ξανά, θα γοητευτούμε ακόμη μια φορά από το ύφος τους και θα τους ξαναδώσουμε ζωή, φέρνοντας τα στη ζωή μας.
Από το σκονισμένο πλήθος των παραμυθιών της Πατρίδας, επέλεξα σήμερα να παρουσιάσω ένα από την περιοχή του Σταυρίν, το οποίο ανήκει στη συλλογή του Σταυριώτη και το πρωτοδημοσίευσαν «Τα Χρονικά του Πόντου» (έκδοση του συλλόγου «Αργοναύται Κομνηνοί») στο 23ο τεύχος τους, τον Φεβρουάριο του 54. Στην αρχική του δημοσίευση, το παραμύθι, παρουσιάστηκε στην Ποντιακή διάλεκτο. Σήμερα, θα το δούμε φτωχότερον μεν, μιας και η οποιαδήποτε μετάφραση, όσο επιτυχημένη κι αν είναι πάντοτε αφαιρεί το κόσμημα που σε ένα κείμενο προσθέτει η ιδιωματική γλώσσα, πιο προσιτό δε, για τα σημερινά παιδιά που δυσκολεύονται στην κατανόηση της Ποντιακής.

Στα παλιά τα χρόνια και στους παλιούς καιρούς είχαν και οι Τούρκοι ραμαζάνια. Κύλησαν τα χρόνια και ένας γέρος και μια γριά είχαν ένα μικρό βόδι που πολύ το αγάπαγαν με όλη τους την ψυχή. Το αγαπούσαν σαν παιδί και το είχανε «μην αστράφτεις και μη βροντάς».
Κάποτε πέρασαν τα καλά τα χρόνια κι έφτασαν τα ανάποδα. Ήρθε φτώχεια κι ένδεια μεγάλη. Πείνα έπεσε. Ο γέρος και η γριά πείνασαν κι αυτοί.
Τι να έκαμαν; Η πείνα του σκύλου γέννημα είναι.
Πήρε ο γέρος πυρωμένο σίδερο, το έμπηξε στο μηρό του μικρού ζώου, έσταξε λίγο πάχος, το έβαλε σε ένα τάσι και το έδωσε στη γριά να μαγειρέψει. Έτσι έζησαν δυο τρεις ημέρες παραπάνω. Το λίπος όμως κάποτε τέλειωσε και ξαναπείνασαν.
Φώναξε ο γέρος τη γριά, της έδωσε το τάσι, πήρε κ αυτός το πυρωμένο σίδερο και πήγαν να ξαναπάρουν λίπος από το ζώο. Το μικρό βόδι σαν ένοιωσε το πυρωμένο σίδερο να το τρυπά κάηκε και πόνεσε και μην μπορώντας να κάμει κάτι άλλο τίναξε τα πίσω πόδια του. Τι τίναγμα έριξε το τάσι από τα χέρια της γριάς και ξάπλωσε κάτω τον γέρο, φαρδύ πλατύ.
Εκείνος ήταν που ήταν γέρος, αδύναμος και πεινασμένος και στα πόδια του επάνω δεν μπορούσε να καλοσταθεί, έφαγε και την κλωτσιά κι έγινε χειρότερα. Έτρεξε η γριά και με το ζόρι τον ανασήκωσε. Ο γέρος κράτησε θυμό. Αφού αναπαύτηκε λίγο και ήρθε ο νους του στο κεφάλι του είπε:
-«Γριά, αυτό έτσι δεν γίνεται, θα πεθάνουμε από την πείνα. Πήγαινε φέρε το μεγάλο το μαχαίρι κι ας σφάξουμε του σκύλου το γέννημα».
Η γριά στην αρχή δε θέλησε, ύστερα κοίταξε πως η πείνα δεν τραβιέται και πήγε έφερε το μαχαίρι. Έδεσαν του βοδιού τα πόδια και ο γέρος το έσφαξε.
Από το κρέας του, άλλο πάστωσαν, άλλο έκαμαν καβουρμά. Αφού έφαγαν κιόλας από το κρέας του καβουρμά, η γριά πήγε να πλύνει τα πιάτα. Ο γέρος κάθισε κοντά στο τζάκι και συλλογιζόταν. «Χα καλό! Σήμερα φάγαμε και θα τρώμε ώσπου να τελειώσει το κρέας του βοδιού. Κι από εκεί και ύστερα; Ξανά θα πεθάνουμε από την πείνα!». Λογάριασε, ξαναλογάριασε και έβαλε στο νου του να «ξοδιάσει τη γριά» για να του φτάσει το κρέας περισσότερο καιρό.
-«Γριά», είπε, «πάρε τα έντερα και την κοιλιά και πάνε πλύνε τα καλά και φέρε τα. Πρόσεξε μην κοιτάς εδώ κι εκεί κι έρθει και τα αρπάξει αητός γιατί τότε άλλο στο σπίτι μη γυρίσεις. Κι αν έρθεις, μέσα δε θα σε βάλω. Θα σε σκοτώσω!» Η γριά πήρε τα έντερα και πήγε στο ρέμα. Έπλυνε, έπλυνε και τα έκαμε άσπρα σαν τα χιόνια και τα έβαλε πάνω σε καθαρή πέτρα να στεγνώσουν. Κοίταξε ολόγυρα, τίποτε δεν φαινόταν κι έσκυψε να πλύνει τα χέρια της. Εκείνη την ώρα ζζζιιιίτ! κατέβηκε ένας αητός και άρπαξε τα έντερα. Πέταξε ψηλά και κάθισε σε έναν βράχο επάνω. Η έρμη η γριά τρελάθηκε. Έτρεξε από πίσω του όσο μπορούσε και τον έφτασε στη ρίζα του βράχου που ο αετός καθόταν. Άρχισε να κλαίει και να τον παρακαλεί:
-«Αητέ μου, αητέ μου! Δώσε μου τα έντερα. Αν όχι, πάω στο γέρο και με σκοτώνει!»
-«Καμιά φορά μου έδωσες ένα κοτοπουλάκι να φάω;» είπε ο αητός.
Η γριά έτρεξε στην κότα και την παρακάλεσε.
-«Κότα, κότα, εσύ εμένα πουλί, εγώ τον αητό πουλί, ο αητός σε μένα έντερα, αν όχι, πάω στο γέρο και με σκοτώνει!»
-«Καμιά φορά μου έδωσες μια χούφτα στάρι;» είπε η κότα.
Η γριά πήγε στο αλώνι και κλαίγοντας το παρακαλεί.
-«Αλώνι, αλώνι, εσύ εμένα στάρι, εγώ την κότα σιτάρι, η κότα εμένα πουλί, εγώ τον αητό πουλί, ο αητός σε μένα έντερα, πάω στον γέρο και μέσα δε με βάζει.
-«Καμιά φορά με σκούπισες;» της είπε το αλώνι.
Η γριά έτρεξε στο δάσος.
-«Δάσος, δάσος! Εσύ σε εμένα σκούπα, εγώ στο αλώνι σκούπα, το αλώνι σε εμένα σιτάρι, εγώ την κότα σιτάρι, η κότα εμένα πουλί, εγώ τον αητό πουλί, ο αητός σε μένα έντερα, πάω στον γέρο και μέσα δε με βάζει!»
-«Καμιά φορά ήρθες κλάδεψες τα κλαδιά μου;»  τη ρώτησε το δάσος.
Η γριά καιρό δεν χάνει. Έτρεξε στον σιδερά.
-«Σιδερά, σιδερά! Εσύ σε εμένα τσεκούρι, εγώ στο δάσος τσεκούρι, το δάσος σε εμένα σκούπα, εγώ στο αλώνι σκούπα, το αλώνι σε εμένα σιτάρι, εγώ την κότα σιτάρι, η κότα εμένα πουλί, εγώ τον αητό πουλί, ο αητός σε μένα έντερα, πάω στον γέρο και με σκοτώνει!»
-«Καμιά φορά μου έφερες λίγο γιαούρτι;» Είπε θυμωμένος ο σιδεράς.
Η γριά έτρεξε στην αγελάδα.
-«Αγελάδα, αγελάδα! Εσύ σε εμένα γιαούρτι, εγώ στον σιδερά γιαούρτι, ο σιδεράς σε εμένα τσεκούρι, εγώ στο δάσος τσεκούρι, το δάσος σε εμένα σκούπα, εγώ στο αλώνι σκούπα, το αλώνι σε εμένα σιτάρι, εγώ την κότα σιτάρι, η κότα εμένα πουλί, εγώ τον αητό πουλί, ο αητός σε μένα έντερα, πάω στον γέρο και με σκοτώνει!»
-«Καμιά φορά μου έφερες μια αγκαλιά λιβαδόχορτο;» είπε η αγελάδα.
Η γριά κουρασμένη, κατασκοτωμένη, πήγε στο λιβάδι.
-«Λιβάδι, λιβάδι, εσύ εμένα χορτάρι, εγώ στην αγελάδα χορτάρι, η αγελάδα σε εμένα γιαούρτι, , εγώ στον σιδερά γιαούρτι, ο σιδεράς σε εμένα τσεκούρι, εγώ στο δάσος τσεκούρι, το δάσος σε εμένα σκούπα, εγώ στο αλώνι σκούπα, το αλώνι σε εμένα σιτάρι, εγώ την κότα σιτάρι, η κότα εμένα πουλί, εγώ τον αητό πουλί, ο αητός σε μένα έντερα, πάω στον γέρο και μέσα δε με βάζει!»
-Καμιά φορά μου έφερες ένα κουτάλι νερό και με πότισες;» είπε το λιβάδι.
Η γριά πήγε στο ποτάμι. Δεν πρόφτασε να παρακαλέσει το νερό γιατί έτρεχε γρήγορα. Γέμισε ένα κατσαρολάκι νερό και πήγε πότισε το λιβάδι, πήρε χορτάρια κι έδωσε στην αγελάδα. Άρμεξε το ζώο, έφτιαξε γιαούρτι, το έφερε στο σιδερά, πήρε τσεκούρι και πήγε στο δάσος. Έκοψε ξερά κλαδιά κι έφτιαξε σκούπα, σκούπισε το αλώνι και πήρε σιτάρι, τάισε την κότα και πήρε κοτοπουλάκι, έτρεξε το έδωσε στον αητό και πήρε τα έντερα. Αργοπορημένη πήγε στο σπίτι και χτύπησε την πόρτα.
Ο γέρος λογάριασε πως αφού άργησε τόσο η γριά, άλλο δεν θα έρθει. Έφαγε και κοιμήθηκε.
Κρύος καιρός ήταν και άρχισε να χιονίζει. Η γριά παγωμένη η καημένη χτυπά δυνατά στην πόρτα και φωνάζει:
-Γέρο, γέρο! Άνοιξε, ξεκίνησε να χιονίζει!
-Περίμενε, ας έρθει το χιόνι ως τα γόνατα σου.
-Γέρο, γέρο! Άνοιξε μου, ήρθε ως τα γόνατα μου.
-Περίμενε να έρθει ως τη μέση σου κι έπειτα σου ανοίγω.
Η γριά άλλο δεν μίλησε. Την έκλεισε μέσα του το χιόνι, πάγωσε κι εκεί έμεινε. Ο γέρος από τη χαρά του πήγε ζέστανε λίγο καβουρμά, έφαγε ξανά και έπεσε στον βαθύ τον ύπνο. Στα μεσάνυχτα επάνω κάτι έπαθε ο γέρος. Τον έπιασε κοιλόπονος. Τσιρίζει, φωνάζει «Γριά! Γριά!». Κανείς δεν του απαντά.
Τώρα του ρθε στο νου η γριά και πήγε να άνοιξε την πόρτα. Το σύρτη δεν μπόρεσε να τον σύρει κι έπεσε κάτω κι έτσι με το αχ και το βαχ, βγήκε η ψυχή του εκεί στην πόρτα.
Η γριά πέθανε από την πείνα και το κρύο κι ο γέρος πέθανε από το πολύ φαί και τη ζέστη.

Στην συγκεκριμένη μετάφραση, αν κι ελεύθερη, κρατήθηκε το ύφος της διαλέκτου και πολλές φορές όσο αυτό ήταν δυνατόν και αυτούσια λεκτικά σχήματα που πιθανόν να ξενίσουν τον αναγνώστη μη γνώστη της Ποντιακής. Εν τούτοις αυτή είναι και η γλωσσική, εναπομένουσα, ομορφιά του κειμένου. Για να μη στερήσω όμως εντελώς τον αναγνώστη από την επαφή με το αρχειακό κείμενο, παραθέτω κάποιες πολύ όμορφες λέξεις κι εκφράσεις που σήμερα ακόμη και οι ομιλούντες την ποντιακή δεν τις χρησιμοποιούν σε συχνή βάση.

΄Σ σά παλά τά χρόν(ι)α και τα ζαμάν(ι)α, εἶχαν κ’οι τοῦρκ’ ραμαζάν(ι)α- Αυτή η εκφραση είναι κάτι σαν το πιο γνωστό μας «μια φορά κι έναν καιρό».
Ἡ ψή ἀτουν ἀς εκεῖνον έκράτ’νεν- η ψυχή τους από εκείνο κρατούσε δηλαδή, το αγαπούσαν πολύ
Εἶχαν ἀτο μη στράφτ’ς και μη βροντᾶς- Το είχαν «μην αστράφτεις και μη βροντάς», δηλαδή το πρόσεχαν πολύ.
Ἐπάτεσεν ἐφτωχία-πάτησε φτώχια, δηλαδή, ήρθαν χρόνια φτώχειας.
Ο λιμόν σκύλλ’ υἱος ἔν-ο λιμός (πείνα)  σκύλου γιός είναι.
Ἄς σπάζωμεν τῆ σκύλλ’ το βιτόν-ας σφάξουμε του σκύλου το γέννημα. Εδώ η λέξη βιτόν είναι παραφθορά του βιωτόν που σημαίνει αυτό που του δόθηκε ζωή αλλά και το ζώο.
να ξοδεύ’ τη γραῖαν- να ξοδέψει τη γριά. Κόσμια εκφορά του να σκοτώσει τη γριά.
Ἐκόλτσεν ξίγαλαν- κόλλησε γιαούρτι, δηλαδή έφτιαξε από το γάλα γιαούρτι.
Άργῶς κι ἀπαργῶς- με αργοπορία
παστρικόν λιθάρ-καθαρή πέτρα


Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

ΟΙ ΤΕΜΕΤΕΡ: Ο χτενάς.



ΟΙ ΤΕΜΕΤΕΡ: Ο χτενάς.
της Λένας Σαββίδου

Διαβάζοντας καταγραφές για τη ζωή στην Πατρίδα πριν τον Ξεριζωμό, αλλά και κατά την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, πολλές φορές έχω συναντήσει ιστορίες απείρου ψυχικού κάλους που επειδή δεν μπορούν να ενταχθούν κάτω από έναν τίτλο από αυτούς που είθισται να δουλεύουμε όταν κατηγοριοποιούμε το υλικό μας, ιστορία, λαογραφία κτλ, μένουν στην άκρη και δεν δημοσιεύονται. Για αυτές σκέφθηκα λοιπόν να δημιουργήσω την κατηγορία, «οι τεμετέρ» κι έτσι σιγά σιγά να τις «βγάλω» στη δημοσιότητα.
Την σημερινή μας ιστορία της εντόπισα ξεφυλλίζοντας το πέμπτο τεύχος από τα Χρονικά του Πόντου που εξέδιδαν το 43 οι "Αργοναύται-Κομνηνοί, στην τότε στήλη της Λαογραφίας-Γλώσσας. Μου κίνησε το ενδιαφέρον που αυτός που την έγραψε, δεν υπέγραψε παρά με ένα κεφαλαίο Θ ενώ όλες οι καταγραφές στο περιοδικό χαίρουν φαρδιάς πλατιάς υπογραφής με το ονοματεπώνυμο των ερευνητών, όπως είναι και το σύνηθες. Προφανώς επρόκειτο για επιστολή που έλαβε η διεύθυνση του περιοδικού και τη δημοσίευσε χωρίς το όνομα του συντάκτη της, πάλι προφανώς, μετά από παράκληση του.
Στην ιστορία αυτή ο συντάκτης δίδει μια εικόνα κυρίαρχη, από τις χιλιάδες που χε στο νου του από τα χρόνια που ζούσε στην Τραπεζούντα. Σε αυτήν, η κεντρική φιγούρα είναι ένας χτενάς. Στα χρόνια λίγο πριν τον Ξεριζωμό θα ήταν μεσήλικας. Εκεί κοντά στα πενήντα του χρόνια. Οικογένεια δεν είχε, μα ούτε και φίλους. Μόνος του ζούσε και η μοναχικότητα ήταν επιλογή του μιας και πουθενά αλλού δεν τον έβλεπες πλην του μαγαζιού του. Κι εκεί όμως δεν καλλιεργούσε φιλίες και γνωριμίες. Όλη την ημέρα ήταν σκυμμένος πάνω στα εργαλεία του κι αργά το βράδυ έφευγε για να κλειστεί στο σπίτι του. Στα κοσμικά σαλόνια της πόλης δεν τον είδαν ποτέ λόγω φτωχικής καταγωγής μα και στις συγκεντρώσεις των Ελλήνων στην πόλη δεν είχε ποτέ του εμφανιστεί, σαν να μην νοιαζόταν για τα κοινά.
Στα στερνά εμφανιζόταν με επίδεσμο τοποθετημένο πάνω στο μάτι του το δεξί και φανερά ταλαιπωρημένος. Κάποιο πρόβλημα υγείας τον βασάνιζε και δυσχέραινε την εργασία του. Κάποτε έκλεισε για μέρες πολλές το μαγαζί. Οι πέριξ αυτού λέγανε πως πήγε στην Κωνσταντινούπολη για θεραπεία. Σαν επέστρεψε δεν ήταν πια ο ίδιος. Η ασθένεια τον είχε ταλαιπωρήσει πολύ και σύντομα πέθανε, ολομόναχος, όπως ολομόναχος είχε ζήσει, χωρίς ποτέ να αφήσει κανέναν να δει τι αληθινά έκρυβε η μοναχική του ψυχή.
Αυτή την αλήθεια όμως την έμαθε όλη η Τραπεζούντα όταν ανοίχθηκε η διαθήκη αυτού του ανθρώπου. Σε αυτήν όριζε όλη του την περιουσία, 500 χρυσές λίρες, να την κληρονομήσει το Φροντιστήριο Τραπεζούντας!

Άλλες εποχές, άλλα ιδανικά, υπέροχοι Άνθρωποι-πρότυπα.

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΠΟΝΤΩ.ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ: «τουρνίκες» και «καθίζω τζιχτζιράνο»


ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΠΟΝΤΩ

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ: «τουρνίκες» και «καθίζω τζιχτζιράνο»



Της Λένας Σαββίδου 


Ο πλούτος των εθιμικών δρώμενων της Μεγάλης Εβδομάδας που έφεραν οι πρόσφυγες από τον Πόντο, είναι ασύλληπτου εύρους και ομορφιάς. Ο χρόνος, δυστυχώς, πολλά από αυτά τα θάμπωσε στη μνήμη κι άλλα τα παράλλαξε στο πέρασμα του. Το ευτυχές όμως είναι πως μέσα από λαογραφικές μελέτες και καταγραφές πολύ μεγάλο μέρος τους έχει διασωθεί κι έτσι ακόμη κι αν δεν υπάρχουν ως κομμάτια του «εορταστικού» βίου μας, μπορούμε να τα εντοπίσουμε, να τα μελετήσουμε και φυσικά να τα ματαγαπήσουμε και να τους ξαναδώσουμε «ανάσα», εντάσσοντας τα στην σύγχρονη πραγματικότητα μας.

Ένα πολύ όμορφο έθιμο που μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν είναι οι Τουρνίκες. Το έθιμο αυτό το κατέγραψε ο Γ. Φωτιάδης στην εργασία του «Από τα πασχαλινά έθιμα του Ακ Δαγ Μαδέν» που δημοσιεύτηκε στον 38ο τόμο του Αρχείου Πόντου. Οι τουρνίκες ήταν τα αυγά που οι νοικοκυρές έβαφαν κι ετοίμαζαν για την Λαμπρή. Στο Ακ Νταγ Ματέν σε αντίθεση με ότι σήμερα επικρατεί, τα αυγά τα έβαφαν το Μεγάλο Σάββατο. Η συνήθεια να βάφονται αυγά ανήμερα του Μεγάλου Σαββάτου, κατά τον Φωτιάδη που φέρει στο φως και τη σχετική μαρτυρία, δεν έχει γνωστή προέλευση.  Προσωπικά το θυμάμαι να συμβαίνει και στο δικό μας σπίτι-είμαστε πρόσφυγες από το χωριό Σιον (Επαρχίας Χαλδίας, τμήμα Χεροιάνων-Κελκίτ)- τουλάχιστον 40 χρόνια πριν, αρχές δεκαετίας του 70 και σταδιακά να εκλείπει και τα αυγά να βάφονται σταθερά πλέον την Μεγάλη Πέμπτη. Οι τουρνίκες δεν ήταν αποκλειστικά κόκκινα αυγά αλλά έχαιραν πλήθος χρωμάτων, όπως είναι το κίτρινο, το γαλάζιο και το πράσινο και πέραν των ωραίων χρωμάτων τους ήσαν πλουμιστές με όμορφα σχέδια. Τα αυγά που θα βαφόταν το Μεγάλο Σάββατο τα διάλεγαν από τα μέσα περίπου της Σαρακοστής και τα ξεχώριζαν σε εξαιρετικά γερά και σε…συνηθισμένα. Τα γερά έμεναν ξέχωρα από τα υπόλοιπα και ξέχωρα βαφόταν.
Ένα δεύτερο έθιμο που σχετίζεται με το βάψιμο των αυγών και που κι αυτό μας έρχεται από την περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν, το παραθέτει πάλι ο Γ. Φωτιάδης στην παραπάνω αναφερθείσα μελέτη του και είναι το «καθίζνε τζιχτζιράνο». Το έθιμο αυτό το κρατούσαν οι..μερακλήδες του τσουγκρίσματος των αυγών και σκοπό είχε να δώσει αυγά τέτοια που κυλούν και στέκονται στη μύτη και κατά το σπάσιμο τους ακούγεται θόρυβος σαν να σπάζει κέλυφος σαλιγκαριού. Για να το πετύχουν αυτό χρησιμοποιούσαν τη χόβολη. Την άνοιγαν και πάνω στη πυρακτωμένη πλάκα της έστρωναν στάχτη. Πάνω σε αυτή τη στάχτη τοποθετούσαν τα αυγά με τη μύτη προς τα κάτω και τα σκέπαζαν με ένα κιούπι. (Το κιούπι είναι το πήλινο σκεύος που σήμερα θα λέγαμε μικρό κανάτι ή μικρό πυθάρι). Από πάνω έριχναν τα αναμμένα κάρβουνα, τη χόβολη δηλαδή. Μέσα σε 24 ώρες ότι υπήρχε στο εσωτερικό του αυγού κατακαθόταν στη μύτη αυτού, ξεραινόταν, κολλούσε στον φλοιό και γινόταν σαν ένα σώμα με αποτέλεσμα όπως κι αν κυλούσε το αυγό να έρχεται να κάθεται στη μύτη, μιας κι εκεί πλέον είχε μετατοπιστεί κι όλο το βάρος του. Κατά το σπάσιμο αυτών των αυγών, όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούταν ήχος ιδιαίτερος και οι μερακλήδες πρόβαλλαν το… μεράκι τους.
Σήμερα ο χρόνος που διαθέτουμε στο να προετοιμαστούμε για τη Λαμπρή ολοένα και λιγοστεύει.  Αυτό μας αναγκάζει να σβήνουμε από το τεφτέρι μας, όσα μας καθυστερούν από τις επείγουσες εργασίες μας ή να τα αντικαθιστούμε με ότι γίνεται ταχύτερα κι ευκολότερα. Έτσι, αγοράζουμε τα κουλουράκια έτοιμα ψημένα από το φούρνο, τα τσουρέκια τα παραγγέλνουμε στο ζαχαροπλαστείο γιατί που χρόνος να ζυμώσουμε και τα τελευταία χρόνια δε βάφουμε μήτε αυγά μιας και κυκλοφορούν καλοβαμμένα και καλογυαλισμένα πασχαλινά αυγά στα ράφια των υπεραγορών. Ας αναλογιστούμε όμως τι χάνουμε έτσι…κι όχι μόνον μέσα από τον κόσμο των ηθών και των εθίμων μας, μα κυρίως μέσα από την ίδια μας την ψυχή που πλέον ξεχνά να ευφραίνεται και να αγάλλεται. Ξεχνά να συμμετέχει και να δημιουργεί.