ΜΑΥΡΟΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Άη Γιώργης στην Ποντιακή Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Άη Γιώργης στην Ποντιακή Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Οι τελευταίοι δράκοι στον Εύξεινο Πόντο.


Οι τελευταίοι δράκοι στον Εύξεινο Πόντο.
Της Λένας Σαββίδου.


"Πατριαρχία". Έργο μελάνης σε κάμποτο της Πηνελόπης Δεικτάκη (ΑΣΚΤ)
Πραγματεύεται την πτώση των συμβόλων μέσα από το τέλος της εποχής των Μύθων.

   Η μυθολογία του δράκου που απαντάται σε όλους σχεδόν τους λαούς και χάνεται στην ομίχλη των αιώνων έχει φθάσει μέχρι τις ημέρες μας μέσα από χιλιάδες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες καθώς και μαρτυρίες εικόνας κι έχει μελετηθεί διεξοδικά από ψυχολόγους, λαογράφους, θεολόγους και λοιπούς επιστήμονες ερευνητές γιατί κρατά στα σπλάχνα της μνήμες της πορείας μας σε τούτη τη γη. Κάποιοι ομιλούν περί εξελίξεως του ανθρώπου από το Ερπετό όταν αυτό ως αμφίβιο πέρασε στη στεριά και κάποιοι άλλοι περί γειτνίασης κι αλληλεπίδρασης μας με αυτές της μορφές ζωής στο ρου του χρόνου.

   Όσον αφορά τον Πόντο πανάρχαιοι μύθοι τον συνδέουν με ερπετόμορφα όντα,  όπως ο μύθος της διασποράς τεράτων από το σμίξιμο του Ηρακλή με την Έχιδνα, που εκλεπτυσμένα πέρασαν τόσο στην Ακριτική ποίηση όσο και στην Χριστιανική παράδοση.  Απτό  παράδειγμα της δεύτερης, ο Άγιος Γεώργιος ο Δρακοκτόνος, κατεξοχήν σύμβολο του φωτισμένου άνδρα που κατορθώνει όχι μόνον να δαμάσει μα και να αφανίσει τον κατώτερο Εαυτό. Οι μύθοι και οι ιστορίες των δράκων, ιδιαίτερα μέσα από τις λαϊκές παραδόσεις που συνδέονται με τα θαύματα του Αγίου, πολλές σε σημείο που να αναρωτιέται κανείς που τελειώνει ο μύθος και που ξεκινά η αλήθεια.

   Την απορία αυτή πραγματεύεται ένα «ξεχασμένο» από τον καιρό πόνημα του Παντελή Μελανοφρύδη περί δράκων εν Πόντω που παρουσιάζει δύο περιπτώσεις δρακόμορφων ερπετών για τις οποίες υπήρξαν προφορικές μαρτυρίες από ολόκληρες περιοχές που είδαν κι έζησαν το τέλος τους. Την καταγραφή αυτήν ο Μελανοφρύδης την δημοσίευσε στο 11ο τεύχος του περιοδικού «Ποντιακά φύλλα»  που εξέδωσε το 1936 στην Αθήνα, ο Γεώργιος Φωκάς.

   Ο πρώτος των δράκων ζούσε έξω από το χωριό Αυλίαινα, στις σπηλιές που σχηματίζονταν με τρόπο φυσικό επάνω στις πλαγιές στο όρος του Αγίου Παύλου. Επρόκειτο για υπερμεγέθη όφη που το σφύριγμα του και μόνον τρόμαζε τους χωρικούς, οι οποίοι και δεν πλησίαζαν στα λημέρια του. Μία καλοκαιρινή ημέρα στα 1840 περίπου λέγεται πως δόθηκε το τέλος στο μαρτύριο του χωριού με τη μορφή μιας ξαφνικής μα ισχυρής εντάσεως καταιγίδας, κατά την οποία όλη η περιοχή πλημμύρισε. Κέντρο της πλημμύρας υπήρξε η χαράδρα στην οποία ζούσε ο φοβερός όφις-δράκος. Από αυτήν, μανιασμένα νερά εξορμούσαν και παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμα τους ξεχύνονταν στην περιοχή. Αυτά τα άγρια νερά παρέσυραν και τον δράκο από το φώλιασμα του. Οι κάτοικοι έλεγαν πως τον αντίκρισαν  μαινόμενο να αντιστέκεται και πως  το σφύριγμα του ήταν τρομερότερο από ποτέ. Οι κοφτερές πέτρες του Αγίου Παύλου που κάποτε του προσέφεραν κάλυψη έγιναν τα κοφτερά μαχαίρια που τον κατακρεουργούσαν, όσο τα αγριεμένα νερά τον έριχναν πότε πάνω στον έναν βράχο και πότε στον άλλον. Το διαμελισμένο του κορμί, τα ορμητικά νερά το παρέσυραν μέχρι τη θάλασσα και το εξαφάνισε αυτή στα σπλάχνα της. Το περιστατικό οι κάτοικοι του χωριού το ανέφεραν ως θαύμα και μάλιστα θαύμα αποδιδόμενο στον Άγιο Γεώργιο γιατί στην κορυφή που βρισκόταν επάνω από τη χαράδρα του δράκου, υπήρχε εξωκλήσι αφιερωμένο στην Αγιότητα του.

   Ο δεύτερος των τελευταίων δράκων στον Πόντο ζούσε κατά πως έλεγαν, στην περιοχής της Αδίσσης*. Κάτω από το χωριό, κι όχι πολύ μακρυά από την ενορία των Ποταμάντων, σε κατάφυτη κοιλάδα με πανύψηλα δέντρα είχε ο όφις τη φωλιά του. Καλοκαίρι ήτανε, κοντά στα 1870, όταν ξυλοκόποι «χουζαρτζήδες» (ξυλοκόποι που με πριόνι έκοβαν τα δέντρα) εργάζονταν στο δάσος  και είδαν από κοντά το ερπετό, να βγαίνει από τη φωλιά του που ήταν στο λόφο, με σφύριγμα δυνατό να δονεί την ατμόσφαιρα και κατεβαίνοντας την πλαγιά να φθάνει στο ποτάμι για να πιει νερό. Αν κι έντρομοι δεν ετράπησαν σε φυγή για να μπορέσουν να δουν όσα περισσότερα μπορούσαν. Ο δράκος αφού έσβησε τη δίψα  του και μη δίνοντας σημασία σε κάτι άλλο ακολούθησε το δρόμο της επιστροφής στη φωλιά του.  Ήταν δε τόσο το βάρος του που σερνόμενος στο έδαφος, σχημάτιζε αυλάκι αρκετά βαθύ, που παράλληλα σηματοδοτούσε και την πορεία του. Η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε για όσες ημέρες οι ξυλοκόποι παρέμειναν στην περιοχή για την εργασία τους. Το αυλάκι που άφηνε το βάρος του ερπετού στη γη κατά το διάβα του, καθημερινά βάθαινε.

   Αν και ο όφις τούτος ουδέποτε πείραξε κάποιον, ήταν ο φόβος που παρακίνησε τους ξυλοκόπους να τον εξοντώσουν. Πήραν κλαδιά και τα τοποθέτησαν στο αυλάκι-πέρασμα του φιδιού και στην γύρω από αυτό έκταση. Τα έβαλαν φωτιά που σύντομα έσβησε, μα πύρωσε τη γη. Σε αυτήν την πυρωμένη αύλακα σύρθηκε ο όφις την ώρα που θέλησε να πάει να ξεδιψάσει και κάηκε με τρόπο φριχτό ολάκερος αρκετή ώρα αργότερα κι αφού πρωτίστως ματαίως είχε προσπαθήσει να ξεφύγει της μοίρας του. Όταν οι σπασμοί του θηρίου σταμάτησαν οι υλοτόμοι πλησίασαν και είδαν όφη 5 μέτρα μακρύ. Το πάχος του ήταν τόσο όσο ένας ανδρικός βραχίονας, το κεφάλι του είχε το μέγεθος κεφαλιού προβάτου και το βάρος του σε οκάδες ήταν περίπου 40 με 50** .

Το πτώμα του ερπετού μεταφέρθηκε στην ενορία Ποταμάντων κι εκτέθηκε σε κοινή θέα προς απόδειξη του θανάτου του τελευταίου δράκου της περιοχής.

*Άδισσα είναι η Άρδασσα Τραπεζούντας, από την οποίαν και καταγόνταν ο Π. Μελανοφρύδης.

** Με 1,282 χιλιόγραμμα την οκά, το φίδι πρέπει να χε 50 με 60 περίπου κιλά βάρος.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

«Ε άι Γιώργη, ακριβά πουλάς τα σφογγάτα σου!».


Πόντου Λαογραφία
Άι Γιωργήτικα
Οινόη-Εύξεινος Πόντος

 «Ε άι Γιώργη, ακριβά πουλάς τα σφογγάτα σου!».

Της Λένας Σαββίδου.

Κατ εξοχήν σύμβολο της πάλης του Ανθρώπου με τον κατώτερο εαυτό του, ο δρακοκτόνος Άι Γιώργης, έχει σπείρει απ άκρη σ άκρη του Χριστιανικού κόσμου μύθους και ιστορίες που σχετίζονται με το πρόσωπο του, μα όχι κατ ανάγκη και με την εν ζωή θαυματοποιό δράση και βίο του. Μέσα από αυτές τις ιστορίες αναδεικνύονται πανανθρώπινα ιδεατά σχήματα υψηλών αξιών και συναισθημάτων όπως είναι η Δικαιοσύνη και η Ευγνωμοσύνη.
Το σφογγάτο από την άλλη, δεν είναι παρά μια παραλλαγή πάνω στην γνωστή μας ομελέτα. Το επιτυγχάνουμε με τον εμπλουτισμό της δεύτερης με ψιλοκομμένο κρεμμύδι κι αλεύρι που είναι η αρχική εκδοχή και στη συνέχεια με υλικά που άπτονται της όρεξης της στιγμής.
Την ιστορία του Άι Γιώργη και του σφογγάτου που χρέωσε πολύ ακριβά σε καλοφαγάδες καπεταναίους την απαντούμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.  Έτσι υπάρχει τόσο στον Πόντο όσο και στην Κρήτη και στη Ρόδο, σε πολύ κοντινές, μεταξύ τους, παραλλαγές. Αναζητώντας τις ρίζες της, εύκολα τις βρίσκουμε στα κείμενα του Αγίου και στο συναξάρι. Ο δε Πολίτης στα Λαογραφικά Σύμμεικτα μας πληροφορεί και για το πέρασμα της στην Αγιογραφία.
Η παραλλαγή από την Οινόη καταγράφηκε από τον Παμπουκη στην εξαιρετική εργασία του «Νιώτικος Αϊ Γιώργης» και δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του λαογραφικού περιοδικού «Χρονικά του Πόντου», που εξέδωσε τον Σεπτέμβρη του 1943 ο σύλλογος Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί».
Από λαογραφικής απόψεως ενδιαφέρον παρουσιάζει το τάμα που γίνεται στον Άγιο. Σε αυτόν δίδεται ανθρώπινη τροφή. Κάτι πολύ συνηθισμένο παλαιότερα ως απομεινάρι αρχαίων τελετών προσφορών γεννημάτων και βλαστημάτων της Γης στο Θείο και που σήμερα το απαντούμε στις γνωστές μας Φανουρόπιττες.

Λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η μελέτη του Ποντιακού ιδιώματος της περιοχής της Οινόης, όπως αυτό απαντάται στην παρούσα καταγραφή.

Τ’άϊ Γιώργη τό σφογγᾶτο

« Ἐτάλαιβανε κάτι παιδία τς ἐγλεσίας τον αύλόϋρο κ΄ἔναν παιδί ὄλο ενικίουτουνε.
Καί εἷπε: Ἁϊ Γιώργη μου, ἄς νικῶ και να φτάω σ’  ἕνα σφογγᾶτο.
Καθώς ἐδίβεν ἐπάλαιψεν πάλι, ένίκησε.
Κι’ ὀτιότοτες, ἔτρεξε σή μάναν ἀτου, ἐγιαπτίρεψεν τό σφογγᾶτο κ’ ἔφερεν ἀτο σήν ἐγκλεσία.
Ἔβαλεν ἀτ’ ἔμπρου σόν ἁϊ Γιώργη κ’εἴπεν ἀτόνα: Φά τ΄, ἁϊ Γιώργη μου. Καί ἔφυε.
Νά καί τρεῖοι καπιτανέοι, ἔβγαιναν ἀσ΄ ἕναν καράβι καί πᾶνε νά προσκυνοῦνε σήν έγκλεσία.
Σάν εἶδαν το σφουγγᾶτο, εἴπανε: Ἀβοῦτο για ἐμᾶς θἐ να ἔνι, ἄς κά(θ)ομεστιν’ τρῶμ’ ἀτο.
Σάν ἐξέφααν’ κ’ ἐθέλησαν’ νά σηκούντανε νά φέουνε, ἐπιάστανε τά κόλους άτουν ἀχαμαιλά καί ‘κ’ἐπόρειναν’ νά σηκούντανε.
Εἴπανε: ἁϊ Γιώργη θέλει να πλερώνομ’ ἀτον τό σφογγᾶτο.
Και ἔβγαλαν ἀπ’ἔναν πεντάρι.
Ἄμα πάλι ΄κ΄ἐπὀρησαν’ νά φέουνε.
Ἔβγαλαν ἀπ΄ ἔνα μετσητιέ και πάλι ΄κ΄ἐπὀρησανε.
Σαν ἔβγαλαν άπ’ ἕνα λίρα, ὀτιότοτες έσηκώθανε.
Κι’ ἀφοτ’ ἐφἐϊναν’, εἴπανε: «Ἔ ἁϊ Γιώργη, άκριβά πουλεῖς τά σφογγᾶτα σου!»

Μετάφραση:

Του Άι Γιώργη το σφογγάτο.

Παλεύανε κάτι παιδιά στης εκκλησίας τον αυλόγυρο κι ένα παιδί όλο νικιόταν.
Και είπε: «Άι Γιώργη μου, ας νικήσω και να σου φτιάξω ένα σφογγάτο.
Καθώς πήγε και πάλαιψε πάλι, νίκησε.
Και τότε, έτρεξε στη μάνα του, ετοίμασε το σφογγάτο και το έφερε στην εκκλησία.
Το έβαλε μπροστά στον Άι Γιώργη και του πε: Φάε το Άι Γιώργη μου. Και έφυγε.
Να και τρεις καπεταναίοι, που έβγαιναν από ένα καράβι και πάνε να προσκυνήσουν στην εκκλησία.
Σαν είδαν το σφογγάτο, είπανε: Αυτό για εμάς θα είναι, ας κάτσουμε να το φάμε.
Αφού απόφαγαν και θέλησαν να σηκωθούν να φύγουν, έμειναν κολλημένοι κάτω και δεν μπορούσαν να σηκωθούν.
Είπανε: Ο άι Γιώργης θέλει να του πληρώσουμε το σφογγάτο.
Κι έβγαλαν από ένα πεντάρι.
Αλλά και πάλι δεν μπόρεσαν να φύγουνε.
Έβγαλαν από ένα μετζίτ* και πάλι δεν μπόρεσαν.
Όταν έβγαλαν από μία λίρα, τότε σηκωθήκανε.
Κι αφού έφευγαν, είπαν: «Ε άι Γιώργη, ακριβά πουλάς τα σφογγάτα σου!».

Στην ιστορία του Αι Γιώργη της Οινόης ο άνθρωπος παρουσιάζεται μέσα από το δίπολο του ευγνώμονα και του αγνώμονα χαρακτήρα. Το νεαρό παλληκάρι εμφανίζεται ανήμπορο να νικήσει στους αγώνες με τους φίλους του, τα καταφέρνει με τη βοήθεια της εσωτερικής δύναμης της ψυχής του, το κατ εξοχήν θεϊκό κομμάτι μας και αποδίδει ευχαριστίες στον Άγιο Γεώργιο, απτή απόδειξη της ευγνωμοσύνης του, το σφογγάτο που του ετοιμάζει η μητέρα του.
Στον αντίποδα του νεαρού, οι καπεταναίοι, ενώ αναγνωρίζουν το τάμα, γιατί η εκκλησία δεν είναι χώρος εστίασης και σαφώς ότι βρίσκεται μπροστά στην εικόνα ενός αγίου, τάμα προς αυτόν αποτελεί, ψεύδονται τόσο μεταξύ τους, όσο και στον εαυτό τους και θεωρούν το σφογγάτο, κέρασμα τους. Τραβούν το ψέμα τους ως το τέλος και καταναλώνουν το έδεσμα δείχνοντας αγνωμοσύνη στον άγιο στον οποίο προσέτρεξαν να προσευχηθούν και να αιτηθούν της βοήθειας του. Σε άμεση ανταπόδοση στην αντικρουόμενης της εσώτερης ηθικής τάξης της ψυχής, συμπεριφορά τους, έρχεται η τιμωρία. Καθηλώνονται στο σημείο όπου και εκάθησαν να φάνε. Συνειρμικά οδηγούμαστε στην έγερση των τύψεων και στην καθήλωση του ανθρώπου μέσω αυτών σε κατώτερα επίπεδα πνευματικής και ψυχικής κατάστασης.
Και στο σημείο αυτό ξεκινά το παζάρεμα με τον Άγιο και η συμβολική απεικόνιση του ευθυνόφοβου μέρους του εγώ μας, που κατά την πληρωμή των λανθασμένων συμπεριφορών μας, αιτείται, της χαμηλότερης πληρωμής. Τον τελευταίο όμως λόγο έχει ο Άγιος, η εσώτερη ηθική μας, που καθορίζει το ακριβές τίμημα, το οποίο συχνά είναι πολύ υψηλό. 


*Το μετζίτιον (μετζίτ,μετζίτι ή μεζίτθι) ήταν νόμισμα, το οποίο έκοψε κι έθεσε στην κυκλοφορία ο Σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ το 1844. Υπήρχε το χρυσό μετζίτι που ισούταν με μία χρυσή οθωμανική λίρα, 100 γρόσια δηλαδή και το πιο συνηθισμένο, το ασημένιο μετζίτι με αξίας ίση προς το 1/5 της χρυσής οθωμανικής λίρας, 20 γρόσια.





Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Ανδρικά κοσμήματα και συνοδευτικά Ζίπκας: αλυσίδα ώρας



Εξαρτήματα ανδρικά: συλλογή Πολυχρονίδης

Ανδρικά κοσμήματα και συνοδευτικά Ζίπκας: φυλαχτά


Ανδρικά κοσμήματα και συνοδευτικά Ζίπκας: φυλαχτό Αη Γιώργης 2


Ανδρικά κοσμήματα και συνοδευτικά Ζίπκας: φυλαχτό Αη Γιώργης


Ανδρικά κοσμήματα και συνοδευτικά Ζίπκας






Εγκόλπιον (συλλογή χυτών κοσμημάτων Πολυχρονίδης)